Το να κάνει κάποιος πρόταση και τελικά  να εφαρμόσει λύση για μια συνολική διευθέτηση των τραπεζικών δανείων στην Ελλάδα της κρίσης μπορεί να παρομοιαστεί εύκολα με τον άθλο του Ηρακλή περί του καθαρίσματος του «Κόπρου του Αυγεία». Δυστυχώς, εδώ μιλάμε πλέον για κακά (ή κόκκινα) δάνεια και γενικότερα για χρήμα που δεν μπορεί κι ενδεχομένως δεν αξίζει να πληρωθεί.

Πρώτον, πώς βγάζει χρήματα η τράπεζα: Η τράπεζα αξιολογεί και χρηματοδοτεί μια πρόταση κι ως αντάλλαγμα λαμβάνει πίσω το κεφάλαιο που παρέχει συν τους τόκους. Για να είναι σίγουρη μάλιστα, τις περισσότερες φορές υποθηκεύει ή ενεχυριάζει περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, έτσι ώστε ακόμη κι αν δεν πληρωθεί το δάνειο, εν τέλει να κερδίσει την αξία των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.
Δεύτερον, τι θέλουν κι οι πελάτες από μια δανειακή σύμβαση: Οι πελάτες με το δάνειο επιθυμούν να χρηματοδοτήσουν άμεσα την ανάγκη τους με απώτερο σκεπτικό στο μυαλό τους ότι η χρηματοδότηση αυτή αποτελεί μια ευκαιρία σήμερα, και επομένως «αξίζει» να επιβαρυνθούν τους τόκους.
Όπως φάνηκε όμως τελικά από την εξέλιξη της κρίσης, κανένας δεν κερδίζει. Τουναντίον, χάνουν όλοι: τράπεζες, οφειλέτες, κράτος, ακόμη κι όσοι δεν έλαβαν κανένα δάνειο. Ο λόγος που χάνουν είναι ότι οι οικονομικές αξίες επί των οποίων συνήφθησαν τα δάνεια αποδείχθηκαν παραφουσκωμένες. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι οι οφειλέτες πιέζονται από μια οικονομία που όλο και συρρικνώνεται για να αποπληρώσουν φουσκωμένα δάνεια της προηγούμενης εποχής, με αποτέλεσμα να βλέπουμε ολοένα και αυξανόμενο αριθμό μη εξυπηρετούμενων δανείων. Τα τραπεζικά ιδρύματα από την άλλη βλέπουν ότι κι οι εξασφαλίσεις τους (υποθήκες, ενέχυρα) χάνουν κι αυτές καθημερινά αξία, οδηγώντας σε γράψιμο ζημιών.
Ο τρίτος πυλώνας, το κράτος, οφείλει να στηρίξει τις τράπεζες που γράφουν ζημίες για την εύρυθμη λειτουργία της οικονομίας επιβαρύνοντας όμως το δημόσιο χρέος και τελικά τους υπόλοιπους πολίτες. Τέλος, οι λοιποί πολίτες που δεν έχουν δανεισμό πιέζονται λόγω της ευρύτερης κατάστασης, βιώνοντας άγχος για τις καταθέσεις τους (όσοι έχουν), πληρώνοντας φόρους για να στηρίξουν το κράτος που πρέπει να στηρίξει τις τράπεζες αλλά και άλλους αδύναμους πολίτες και γενικότερα ζώντας και δρώντας σε μια χειμαζόμενη οικονομία που μοιάζει να έχει μπει σε φαύλο κύκλο.
Όλοι χάνουμε σε αυτό το παιχνίδι, γιατί όλοι βρισκόμαστε στο ίδιο καράβι. Αυτό είναι ξεκάθαρο και θα πρέπει να μας οδηγήσει στο να κατανοήσουμε το ότι η ανάγκη για την βελτίωση του πλαισίου ρύθμισης όχι μόνο των υπερχρεωμένων αλλά και των  δυσβάσταχτα επιβαρημένων νοικοκυριών(είτε με κούρεμα είτε με επιμήκυνση χωρίς επιβάρυνση με επιπλέον τόκο)  είναι επιτακτική όσο ποτέ άλλοτε.