Συνήθως οι πολιτικές επιλογές αποτελούν μία διεργασία που συντελείται στη βάση συνεκτίμησης δύο παραγόντων: της ιδεολογίας και της πρακτικής. Στη μεν πρώτη αποτυπώνονται οι βασικές πεποιθήσεις για το κράτος, το ρυθμιστικό του χαρακτήρα στην αγορά, το πλέγμα σχέσεων δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, τις ρυθμίσεις για το κοινωνικό κράτος κ.α., ενώ στη δε δεύτερη εντάσσονται οι προτεραιότητες, οι στρατηγικές επιλογές και οι τακτικοί χειρισμοί.

Πολλές φορές, δυστυχώς, ειδικά σε επιλογές που διακυβεύουν δομικές αλλαγές, δεν παρατηρούμε ευκρινώς ούτε κάποιο ιδεολογικό πρόταγμα, ούτε κάποιο στρατηγικό πρόκριμα, ούτε κάν κάποια συνάφεια μεταξύ ιδεολογίας και στρατηγικής.
Η περίπτωση της «μικρής ΔΕΗ» σήμερα, η μεταρρύθμιση στην παιδεία πριν από λίγους μήνες ή η υπόθεση του γάλακτος πριν από λίγο καιρό φανερώνουν τη βασική αδυναμία πολιτικής αποτύπωσης ενός πολιτικού οράματος που πείθει για αναγκαίες αλλαγές αλλά και -το δυσκολότερο- ανάγει την αποτυχία υλοποίησης σε αδυναμία σύλληψης βασικών αλλαγών.Προφανώς, όπως η αδυναμία υποστήριξης ή η λανθασμένη εφαρμογή μιας αλλαγής καταλήγει σε μία κατάσταση μη επιθυμητή, έτσι και μία καλή ιδέα δε σημαίνει πως θα αποτελέσει και την πολιτικά σωστή επιλογή. Θα επαναλάβω βασικές αρχές της χρηστής διοίκησης, όπως η στρατηγική αντίληψη, η πίστη στην εφαρμογή, η διαρκής μέριμνα για την ορθή κατεύθυνση, ο έλεγχος, η αναζήτηση εναλλακτικών κλπ, που όμως στην παρούσα ελληνική πραγματικότητα, οφείλουν να λαμβάνουν υπόψιν τους πολιτικές προγραμματικές συμφωνίες και στρατηγικές στοχεύσεις.
Είμαι σίγουρος πως όσοι βλέπουν την τιμή στο γάλα ή στο ψωμί να μη μειώνεται, βλέπουν με εξαιρετικό σκεπτικισμό τις προωθούμενες αλλαγές στο θέμα της ΔΕΗ. Όσο οι «μεταρρυθμίσεις» της καθημερινότητας δε πιάνουν τόπο, είμαι σχεδόν πεπεισμένος πως προωθούμενες αλλαγές τέτοιας κλίμακας αντιμετωπίζονται -τουλάχιστον- με επιφύλαξη. Δε θα επιχειρήσω να επιχειρηματολογήσω στο θέμα της ΔΕΗ, άλλωστε οι συνιστώσες (ιδεολογίας και στρατηγική) της πολιτικής επιλογής προλαβαίνουν τέτοιες συζητήσεις, όμως θα επιχειρήσω να συμβάλλω στη συζήτηση που διανοίγεται για το μέλλον της χώρας, της παραγωγικής της δομής και της  αξιοποίησης των πλουτοπαραγωγικών της πηγών.
Ας επιχειρήσουμε να συγκρίνουμε την Ελλάδα με την Σουηδία στη βάση της παραγόμενης κοινωνικής υπηρεσίας με αφορμή την αναφορά στην έκθεση τουΟΑΣΑ του 2011, την οποία επικαλούνται συχνά καιστελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Η αναφορά αυτή σχετίζεται με έναν πίνακα της έκθεσης που αναφέρεται στο ποσοστό εργαζομένων στο Δημόσιο, σύμφωνα με τον οποίο το ποσοστό για την Ελλάδα φέρεται να είναι γύρω στο 10% ενώ για την Σουηδία στο 30%.
Καθώς φαίνεται έτσι η Σουηδία να έχει μεγαλύτερο δημόσιο τομέα από τον αντίστοιχο ελληνικό, μία προσεκτικότερη παρατήρηση των δεδομένων φέρνει τηναπασχόληση στην κεντρική κυβέρνηση για την Ελλάδα να είναι πράγματι στο 10% ενώ για την Σουηδία στο 30%, ενώ αντίθετα η απασχόληση στις Δημόσιες επιχειρήσεις για τη χώρα μας να είναι στο 12,5% με τηΣουηδία από την άλλη να έχει ελάχιστη.
Δεν έχει σημασία να πούμε πόσοι συνολικά δουλεύουν στην κεντρική κυβέρνηση σε απόλυτους αριθμούς˙ το ζήτημα δεν είναι το μέγεθός του δημοσίου, αλλά η αποτελεσματικότητά του. Με άλλα λόγια, σημασία έχει αυτό που παίρνουν οι πολίτες από το κράτος σε παροχέςκαι εν γένει σε ικανοποίηση των αναγκών τους.
Ας επιχειρήσουμε όμως ακόμη μία σύγκριση και για το 2012. Οι κοινωνικές δαπάνες ως ποσοστό επί του ΑΕΠ για την Ελλάδα και την Σουηδία είναι περίπου ίδιες (28% στη Σουηδία, 24% στην Ελλάδα), με το ίδιο μέγεθος εργατικού δυναμικού  (5.000.000 περίπου σε απόλυτους αριθμούς). Η Σουηδία και η Ελλάδα, δύο ισοδύναμες πληθυσμιακά χώρες, έχουν και τα ακριβότερα κοινωνικά κράτη. Οι συγκρίσεις είναι εντυπωσιακές.
Και για να γίνουν ακόμη εντυπωσιακότερες, ας λάβουμε υπ’ όψιν μας και μία έρευνα του Γερμανικού Ινστιτούτουγια το μέλλον της εργασίας (IZA), το οποίο βαθμολογεί την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών του κοινωνικού κράτους για τις χώρες της έρευνας, χρησιμοποιώντας ως μέτρο το ποσοστό των περιπτώσεων όπου η απόδοση της παροχής είναι καλύτερη από την αναμενόμενη. Έτσι, για το 2007, το ποσοστό περιπτώσεων όπου η πρόληψη της φτώχειας μετά από λήψη κοινωνικής παροχής, είναι αποδοτικότερη από την αναμενόμενη είναι στην Ελλάδα -5.97% και στη Σουηδία 4.83%. Για την ιστορία, ηΕλλάδα, η Ισπανία, και η Ιταλία έχουν τις χειρότερες αποδόσεις στην Ευρώπη για το έτος αναφοράς (2007).
Βέβαια, οι τοποθετήσεις των αριθμών σε θέσεις που βολεύουν τις συγκρίσεις δε μπορεί να αμελήσει την παρουσίαση της πραγματικότητας. Πράγματι, το 30% του εργατικού δυναμικού της Σουηδίας, δεν απασχολείται στις ΔΕΚΟ αλλά σε μία κεντρική κυβέρνηση ικανή να διασφαλίζει την κοινωνική συνοχή.Προφανώς, το κοινωνικό κράτος της Ελλάδας αποτυγχάνει να διαθέσει αποτελεσματικά πόρους, να αξιοποιήσει κατάλληλα το ανθρώπινο δυναμικό του, να καταπολεμήσει τις εστίες διαφθοράς και εισφοροδιαφυγής.
Θα επιστρέψω κλείνοντας στο βασικό στοιχείο της επιχειρούμενης ανάλυσης : τον πολιτικό πραγματισμό έναντι της ιδεολογικής αυτοτοποθέτησης. Κανείς δεν δύναται να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον για το μέλλον της χώρας, όπως και κανένας δεν έχει να κάνει εύκολες επιλογές όταν το μέλλον της χώρας κινδυνεύει. Οι διακηρύξεις μεταρρυθμιστικής κατεύθυνσης μπορούν να αποδειχθούν επισφαλείς εάν δεν υποστηριχθούν. Όμως πρέπει επιτέλους αυτό που πιστεύουμε, αυτό που επιχειρούμε, αυτό που επιδιώκουμε όταν δεν αποδίδει να αναλαμβάνουμε και αυτήν την ευθύνη. Αυτό δεν έχει να κάνει ούτε με στρατηγική, ούτε με ιδεολογία, έχει να κάνει με το ρεαλισμό της ευθύνης, κάτι που λείπει εδώ και καιρό.